Με αφορμή την υπόθεση Μαζωνάκη, ίσως το πραγματικό πρόβλημα να μην είναι οι καταγγελίες. Ισως να είναι κάτι πολύ πιο άβολο. Η δυσκολία μας να δεχθούμε ότι πέσαμε έξω. Οτι η εικόνα που είχαμε χτίσει για έναν άνθρωπο δεν αντέχει στη σύγκρουση με όσα καταγγέλλονται. Οτι η συμπάθεια, η εμπιστοσύνη, ακόμη και η υπεράσπιση που του προσφέραμε, μπορεί να μην άξιζαν.

Οι υποθέσεις Λιγνάδη και Φιλιππίδη λειτούργησαν, υποτίθεται, ως ένα συλλογικό σοκ. Μας ανάγκασαν να αναμετρηθούμε με το γεγονός ότι άνθρωποι με κύρος, αποδοχή και αναγνώριση μπορούσαν επί χρόνια να λειτουργούν ανεξέλεγκτα. Το αφήγημα τότε ήταν ξεκάθαρο. Δεν αρκεί η εικόνα, δεν αρκεί το ταλέντο, δεν αρκεί η δημόσια αποδοχή. Κι όμως, σήμερα φαίνεται πως αυτό το μάθημα ξεθωριάζει επικίνδυνα γρήγορα.

Απέναντι σε μια νέα υπόθεση, παρατηρείται μια έντονη αντιφατικότητα. Οχι τόσο για το περιεχόμενο των καταγγελιών, όσο για το τι σημαίνουν αυτές για εμάς τους ίδιους. Γιατί αν αποδειχθεί ότι είναι αληθινές, τότε δεν θα έχει καταρρεύσει μόνο ένα πρόσωπο. Θα έχει καταρρεύσει και η δική μας κρίση. Και αυτή η παραδοχή είναι δύσκολη.

Η σύγκριση με τις υποθέσεις Λιγνάδη και Φιλιππίδη είναι αναπόφευκτη. Εκεί, μετά την αρχική άρνηση, ήρθε η συλλογική αποδοχή ότι η εμπιστοσύνη είχε δοθεί λάθος. Οτι η ανοχή δεν ήταν ουδετερότητα, αλλά συνενοχή. Σήμερα, όμως, μοιάζουμε να μην αντέχουμε να ξαναπεράσουμε την ίδια διαδικασία. Προτιμάμε να αμφισβητήσουμε τις καταγγελίες παρά τον εαυτό μας.

Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αντίφαση. Υποτίθεται ότι μάθαμε. Υποτίθεται ότι καταλάβαμε πόσο επικίνδυνο είναι να ταυτίζουμε τον δημόσιο ρόλο με τον ιδιωτικό χαρακτήρα. Κι όμως, μπροστά στο ενδεχόμενο μιας νέας διάψευσης, αντιδρούμε αμυντικά. Οχι για να προστατεύσουμε την αλήθεια, αλλά για να προστατεύσουμε την εικόνα που είχαμε επενδύσει.

Στην παρούσα περίπτωση, υπάρχει και κάτι ακόμη. Δεν μιλάμε απλώς για μία μαρτυρία περί ασέλγειας. Το αφήγημα περί εκβιασμού από επιχειρηματία εργαλειοποιήθηκε, σαν να αρκούσε για να προκαθορίσει την ανάγνωση των καταγγελιών, προσφέροντας μια προφανή ασπίδα προστασίας του καλλιτέχνη. Μόνο που οι νεότερες εξελίξεις, το εξώδικο επιχειρηματία και όσα σοβαρά περιλαμβάνει, που επίσης αξιολογείται, δείχνουν μια εικόνα πιο σύνθετη. Μια πραγματικότητα όπου η δημόσια εικόνα δεν ταυτίζεται απαραίτητα με όσα συμβαίνουν στο παρασκήνιο. Και αυτό ακριβώς θα έπρεπε να μας κάνει πιο προσεκτικούς. Οχι πρόθυμους να υιοθετήσουμε βιαστικά και επιπόλαια συμπεράσματα επειδή είναι βολικά, αλλά διατεθειμένους να παραδεχτούμε ότι η αλήθεια, συχνά, είναι πιο σύνθετη και λιγότερο καθησυχαστική από την πρώτη εντύπωση ή από ότι μας επιβάλει το συναίσθημα μας.

Η υπόθεση αυτή μας θυμίζει την εποχή του #MeToo, όταν οι καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση έσπασαν χρόνια σιωπής και υπέδειξαν πόσο επικίνδυνο είναι να ταυτίζουμε την εικόνα ενός προσώπου με τον χαρακτήρα του ή την αξία του. Εκείνες οι υποθέσεις μας δίδαξαν ότι η κοινωνική αποδοχή δεν αποτελεί απόδειξη αθωότητας. Και αυτό το μάθημα φαίνεται πως σήμερα, μπροστά σε νέες καταγγελίες, δυστυχώς ξεχνιέται.

Φτάνοντας στα πρόσφατα αρνητικά γεγονότα στα Βορίζια και τη Κρήτη, όπου συλλήβδην η λάσπη πέφτει με επιπολαιότητα στα κεφάλια όλων των κρητικών, φαίνεται τελικά, πως ένας Μαζωνάκης ήταν αρκετός για να ανακρούσει το κύμα. Μια ολόκληρη Ελλάδα στο πλευρό του. Μια ιερή αγανάκτηση από άκρου σε άκρον. Ξαφνικά δεν μπορούμε να δεχθούμε κάτι τέτοιο. Ε όχι και τον Μαζωνάκη!

Αν δεν είναι μαυροπουκαμισάς, βοσκαριάς, μπρουτάλ, αλλά αντιφατική περσόνα, γκλαμουράτος, αυτό επισκιάζει και συγχωρεί τα υπόλοιπα;

Μπροστά σε όλα αυτά, γεννιέται ένας προβληματισμός. Που οδηγούμαστε; Σε ένα κλίμα φόβου, όπου όσοι καταγγέλλουν παραβατικές συμπεριφορές διστάζουν ή φοβούνται τον διασυρμό και τη διαπόμπευση; Ποιο είναι, το ζητούμενο; Να παραμένει στο απυρόβλητο ένα πρόσωπο με ισχυρό όνομα και φανατικούς θαυμαστές, ανεξαρτήτως των καταγγελιών που στοιχειοθετούνται γύρω του; Να φοβάται κάποιος να ασκήσει κριτική, να τοποθετηθεί εναντίον του ινδάλματος, υπό τον φόβο των αντιδράσεων; Αλίμονο να λειτουργούμε με λογικές λαϊκού δικαστηρίου.

Ισως, τελικά, το ερώτημα είναι αν αντέχουμε την αλήθεια. Αν αντέχουμε να παραδεχτούμε ότι χειροκροτήσαμε, εμπιστευτήκαμε και υπερασπιστήκαμε ανθρώπους που (ίσως) δεν το άξιζαν. Γιατί μόνο τότε έχει νόημα να λέμε ότι κάτι μάθαμε. Καλό είναι να μην είμαστε βιαστικοί στην κρίση μας. Ούτε να αναθεματίζουμε, ούτε να αγιοποιούμε άκριτα.

Back To Top