Η Ελλάδα που δεν μας ανήκει πια – Το μεγάλο «φαγοπότι» των Funds και η γεωπολιτική του πιάτου μας

Επισκόπηση ΑΙ

  • Το 2026 σηματοδοτεί μια αλλαγή στην ελληνική οικονομία, με την συγκέντρωση της ανάπτυξης σε λιγότερα χέρια, αμφισβητώντας το παραδοσιακό μοντέλο της οικογενειακής επιχείρησης.
  • Η βιομηχανία τροφίμων και ποτών, με τζίρο 20 δις ευρώ, γίνεται αντικείμενο εξαγορών από επενδυτικά κεφάλαια, δημιουργώντας ολιγοπωλιακές καταστάσεις και πιέζοντας τους μικρούς παραγωγούς.
  • Η συγκέντρωση εταιρειών όπως η Δωδώνη σε ομίλους εγείρει ανησυχίες για την αποξένωση της παραγωγής από τον τόπο της και την διαπραγματευτική δύναμη των παραγωγών, ενώ η Κρήτη και η κρητική διατροφή γίνονται στόχος επενδυτικών funds.

Το 2026 ανατέλλει με μια αίσθηση αβεβαιότητας, όχι τόσο για το αν θα έχουμε ανάπτυξη – οι αριθμοί ευημερούν – αλλά για το ποιος καρπώνεται τελικά αυτή την ανάπτυξη. Το ρεπορτάζ της Μαρίας Τσιβγέλη στο Αθηναϊκό πρακτορείο για την αλλαγή χεριών σε τρόφιμα και ποτά, δεν είναι απλώς μια καταγραφή επιχειρηματικών κινήσεων στην Ελλάδα. Είναι το «πιστοποιητικό θανάτου» του παραδοσιακού μοντέλου της ελληνικής οικογενειακής επιχείρησης και η επίσημη ληξιαρχική πράξη γέννησης μιας νέας εποχής: της εποχής που η Ελλάδα «αλλάζει χέρια» και περνά στον έλεγχο απρόσωπων, διεθνών και εγχώριων επενδυτικών κεφαλαίων.

Με έναν τζίρο που αγγίζει τα 20 δις ευρώ, η βιομηχανία τροφίμων και ποτών είναι το «φιλέτο» της οικονομίας μας. Όμως, πίσω από τα λαμπερά νούμερα και τις εξαγορές, κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα για τον παραγωγό του Λασιθίου, για τον κτηνοτρόφο του Ψηλορείτη και για τον καταναλωτή που βλέπει το καλάθι του να ακριβαίνει, ενώ τα brands που εμπιστευόταν επί δεκαετίες μετατρέπονται σε χρηματιστηριακά προϊόντα.

Το Τέλος της «Αθωότητας»: Από τον παραγωγό στο Fund

Αν κάτι χαρακτηρίζει το 2025 και την αρχή του 2026, είναι η βίαιη συγκέντρωση κεφαλαίου. Δεν μιλάμε πλέον για υγιή ανταγωνισμό, αλλά για ολιγοπωλιακές καταστάσεις που θυμίζουν «Game of Thrones» με γραβάτες.

Η περίπτωση της Bespoke SGA Holdings του Σπύρου Θεοδωρόπουλου είναι χαρακτηριστική. Εξαγοράζοντας τον Νίκα (μέσω της συμφωνίας με τον Υφαντή), την ΙΟΝ και την Αμβροσία, δημιουργείται ένας γίγαντας που ελέγχει τεράστιο μερίδιο του ραφιού. Αντίστοιχα, η Ideal Holdings «καταπίνει» τον ιστορικό Μπάρμπα Στάθη. Αυτές οι κινήσεις δημιουργούν οικονομίες κλίμακας, ναι. Αλλά ταυτόχρονα, δημιουργούν έναν ασφυκτικό κλοιό.

Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι η «αμερικανοποίηση» της παραγωγικής μας βάσης. Το αμερικανικό fund CVC Capital Partners, βασικός μέτοχος της Vivartia (Δέλτα, Goody’s, Everest κ.α.), λειτούργησε ως «ενδιάμεσος σταθμός» για τη γαλακτοβιομηχανία Δωδώνη, πριν αυτή καταλήξει στον όμιλο Ελληνικά Γαλακτοκομεία (αδερφοί Σαράντη). Αυτό το «πάρε-δώσε» ιστορικών εταιρειών, λες και είναι μάρκες σε τραπέζι πόκερ, αποξενώνει την παραγωγή από τον τόπο της. Η Δωδώνη δεν είναι πια η «ψυχή» της Ηπείρου, αλλά ένα περιουσιακό στοιχείο στον ισολογισμό ενός ομίλου που ελέγχει πλέον και την Κάμπος Χίου και τον Όλυμπο. Η συγκέντρωση δύναμης στα χέρια της οικογένειας Σαράντη δημιουργεί έναν «εθνικό πρωταθλητή», αλλά ταυτόχρονα εγείρει ερωτήματα για τη διαπραγματευτική δύναμη των κτηνοτρόφων που τους προμηθεύουν γάλα.

Η Κρήτη στο στόχαστρο: ευκαιρία ή απειλή;

Εδώ στο νησί μας, και ειδικά στο Λασίθι, πρέπει να διαβάσουμε πίσω από τις γραμμές. Η είδηση της εξαγοράς της ρεθυμνιώτικης εταιρείας «Ελληνικές Φάρμες» από την Leader, με την καθοριστική υποστήριξη της DECA Investments (Diorama Investments), είναι ένα ξεκάθαρο καμπανάκι.

Τα funds ανακάλυψαν τον «θησαυρό» της κρητικής διατροφής. Το brand «Κρήτη» πουλάει διεθνώς. Όμως, όταν το Switz Group του Ινδού μεγιστάνα Taizoon Khorakiwala έχει ήδη επενδύσει στον «Κρητών Άρτος» και τώρα επεκτείνεται ακατάπαυστα σε αλυσίδες φούρνων (Bakers in the Hood, Κουλουράδες), πρέπει να αναρωτηθούμε: Πόσο «κρητικό» παραμένει ένα προϊόν όταν οι στρατηγικές αποφάσεις λαμβάνονται στη Βομβάη ή στο Λονδίνο;

Ο κίνδυνος για τον τοπικό παραγωγό είναι ορατός. Όταν οι μεγάλες αποφάσεις για την τιμή αγοράς της πρώτης ύλης λαμβάνονται από τεχνοκράτες που κοιτούν μόνο το EBITDA (κέρδη προ φόρων/τόκων), η κοινωνική ευαισθησία εξαφανίζεται. Οι μακροχρόνιες σχέσεις εμπιστοσύνης που είχαν οι παλιές εταιρείες με τους αγρότες μας, αντικαθίστανται από απρόσωπα συμβόλαια. Η Κρήτη κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα απλό «εργοστάσιο» παραγωγής πρώτης ύλης, με την προστιθέμενη αξία να φεύγει εκτός νησιού.

Το ελαιόλαδο και ο εφιάλτης της Κρήτης

Ίσως η πιο κρίσιμη εξέλιξη για το Λασίθι και την Κρήτη αφορά το ελαιόλαδο. Η συμφωνία της ΜΙΝΕΡΒΑ (η οποία επίσης ελέγχεται από επενδυτικά κεφάλαια) να εξαγοράσει από τη Flora Food Group τα σήματα «Άλτις», «Ελάνθη», «Φλώρα» και «Sol», δημιουργεί ένα μονοπωλιακό σχεδόν καθεστώς στο επώνυμο ελαιόλαδο.

Σκεφτείτε το λίγο: Ένας όμιλος ελέγχει πλέον τα μεγαλύτερα brands στο ράφι. Τι σημαίνει αυτό για τον συνεταιρισμό της Σητείας ή της Κριτσάς; Σημαίνει ότι απέναντί τους έχουν έναν αγοραστή-γίγαντα που μπορεί να καθορίζει τις τιμές. Αν η ΜΙΝΕΡΒΑ αποφασίσει να πιέσει τις τιμές παραγωγού για να αυξήσει τα περιθώρια κέρδους της, ποιος θα την σταματήσει; Η Επιτροπή Ανταγωνισμού έδωσε την έγκρισή της, αλλά η αγορά βοά. Το «ιερό» προϊόν του τόπου μας, το λάδι, γίνεται έρμαιο σε ένα παιχνίδι γιγάντων όπου ο μικρός παραγωγός είναι ο αδύναμος κρίκος. Το πλεονέκτημα του ΠΓΕ «Κρήτη» πρέπει να αξιοποιηθεί γρήγορα.

Η γεωπολιτική της Θάλασσας και η Avramar

Ακόμα πιο ανησυχητική είναι η κατάσταση στις ιχθυοκαλλιέργειες. Η πώληση της Avramar – του πάλαι ποτέ εθνικού πρωταθλητή που προέκυψε από τη συγχώνευση Νηρέα και Σελόντα – σε ξένα συμφέροντα (είτε στους Άραβες της Aqua Bridge είτε στους Καναδούς της Cooke) είναι μια εθνική ήττα.

Χάσαμε τον έλεγχο της θάλασσάς μας. Ένας κλάδος που η Ελλάδα ήταν πρωτοπόρος παγκοσμίως, περνάει εξ ολοκλήρου σε ξένα χέρια λόγω του τραπεζικού δανεισμού και της κακοδιαχείρισης. Αυτό είναι ζήτημα γεωπολιτικό. Η διατροφική επάρκεια της χώρας σε ψάρι θα εξαρτάται πλέον από τις διαθέσεις ξένων ομίλων. Σε μια εποχή γεωπολιτικής αστάθειας, το να εκχωρείς την παραγωγή τροφής σου είναι επικίνδυνο.

Η βιομηχανοποίηση της εστίασης

Τέλος, ας δούμε τι τρώμε. Η είσοδος της Vivartia (CVC) στην αλυσίδα Jackaroo και η επέκταση της VG Holding (Γρηγόρης) στη Mailo’s, δείχνουν ότι ακόμη και το «βρώμικο» ή το γρήγορο φαγητό μπαίνει σε καλούπια funds. Η εστίαση ομογενοποιείται.

Για τον τουρισμό της Κρήτης γενικότερα, του Αγίου Νικολάου και της Ελούντας ειδικότερα, αυτό είναι ένα μάθημα. Ο επισκέπτης δεν έρχεται στην Κρήτη για να φάει το ίδιο τυποποιημένο burger που θα βρει στην Αθήνα ή στο Λονδίνο, φτιαγμένο από μια πολυεθνική. Έρχεται για την αυθεντικότητα. Όσο περισσότερο η ελληνική εστίαση αλώνεται από αλυσίδες και funds, τόσο μεγαλύτερη αξία αποκτά η αυθεντική, οικογενειακή ταβέρνα, αρκεί να μπορέσει να επιβιώσει οικονομικά απέναντι στα θηρία.

Ανάχωμα ή παράδοση;

Οι εξελίξεις είναι ραγδαίες. Η Ελλάδα των 20 δισ. ευρώ στα τρόφιμα αλλάζει ιδιοκτήτη. Τα κεφάλαια εισρέουν, οι επιχειρήσεις γίνονται πιο ανταγωνιστικές διεθνώς, αλλά η κοινωνία κινδυνεύει να μείνει θεατής.

Το στοίχημα για το Λασίθι και την Κρήτη είναι μονόδρομος: Συνεργασία, ταυτότητα,  ενότητα και ταχύτητα.

Αν οι παραγωγοί μας δεν ενωθούν σε ισχυρά, σύγχρονα σχήματα που να μπορούν να σταθούν απέναντι στη ΜΙΝΕΡΒΑ, στην Leader και στα Ελληνικά Γαλακτοκομεία, θα εξαφανιστούν. Αν δεν κατοχυρώσουμε την ποιότητα και την εντοπιότητα των προϊόντων μας, θα καταλήξουμε να τρώμε μεταλλαγμένα τρόφιμα πολυεθνικών και να πουλάμε το λάδι μας «μπιρ-παρά».

Όλοι ξέρουμε πια πως στις μέρες μας, «το χρήμα δεν έχει πατρίδα». Το φαγητό μας όμως, οφείλει να έχει. Και αυτή είναι μια μάχη που πρέπει να δώσουμε τα επόμενα χρόνια, ξεκινώντας από το 2026.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ

Πηγή: Εφημερίδα ΑΝΑΤΟΛΗ

Back To Top