Στην πολιτική ζωή του τόπου μας έχουμε συνηθίσει τα εγκαίνια, τις κορδέλες και τις φωτογραφίες μετά την ολοκλήρωση ενός έργου. Είναι, ως έναν βαθμό, το αναμενόμενο τελετουργικό της εξουσίας. Τελευταία όμως παρατηρείται ένα φαινόμενο που προκαλεί ανησυχία και προβληματισμό. Η απαίτηση για δημόσια ευγνωμοσύνη πριν καν υπάρξει αποτέλεσμα, ακόμη και για ενέργειες που αποτελούν αυτονόητο καθήκον.
Το κυνήγι της προβολής υπό πίεση
Όταν ένας βουλευτής φτάνει στο σημείο να επιζητά ευχαριστήρια όχι για ένα ολοκληρωμένο έργο, αλλά για μια απλή μεσολάβηση, ή ακόμη χειρότερα, για μια συνάντηση στην οποία η εμπλοκή του ήταν ακόμα και ανύπαρκτη, τότε κάτι δεν πάει καλά. Προς τι η ενόχληση, οι παρεμβάσεις και πιέσεις, από τον στενό πυρήνα του βουλευτή; Για το ανύπαρκτο “κατόπιν ενεργειών”; Μια τέτοια συμπεριφορά δεν φανερώνει ισχύ. Μαρτυρά πανικό.
Η αυξανόμενη δυσαρέσκεια, η αποστροφή και η πολιτική περιφρόνηση, που προκαλεί μια λογική που θέλει τον πολίτη να υποκλίνεται στον μεσάζοντα πολιτικό και την πελατειακή του πρακτική, οδηγούν αναπόφευκτα στην έκθεση. Οταν το θράσος αντικαθιστά τη σεμνότητα, η πολιτική παύει να είναι λειτούργημα. Και τότε, ο επίμονος θόρυβος των τενεκέδων προδίδει απόγνωση.
Η σιωπηλή δύναμη της ανιδιοτέλειας
Στον αντίποδα αυτής της θορυβώδους πρακτικής υπάρχουν, ευτυχώς, και οι άλλοι. Ανθρωποι που εργάζονται για τον τόπο τους, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Δεν αντλούν δύναμη από τα Like, την κολακεία και τη δουλοπρέπεια, αλλά από την ικανοποίηση της προσφοράς στον τόπο τους.
Για αυτούς, το “ευχαριστώ” βρίσκεται στην ίδια την πράξη. Αντιλαμβάνονται τη βοήθεια τους ως ευθύνη απέναντι στις επόμενες γενιές, όχι ως εργαλείο προσωπικής ανέλιξης. Η πραγματική προσφορά, δεν χρειάζεται κραυγές για να ακουστεί. Η δύναμη της βρίσκεται στο έργο που μένει όταν τα φώτα σβήσουν.
Η κρίση των πολιτών
Η κοινωνία έχει ωριμάσει. Μπορεί πλέον να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στον πολιτικό που απαιτεί ευχαριστίες με το ζόρι, τον πολιτικάντη, και στον άνθρωπο που προσφέρει με αγάπη και ανιδιοτέλεια. Η προβολή πάση θυσία, ειδικά όταν στερείται ουσίας, η υπερβολή, η θεοποίηση, δεν πείθει. Εκθέτει και γελοιοποιεί. Τελικά αποκαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο, αυτού που προσπαθούν να παρουσιάσουν ως ηγέτη, την ώρα που η ίδια η πραγματικότητα τον ξεγυμνώνει. Αντί για κύρος, εισπράττει την απαξίωση και αντί για σεβασμό, τη χλεύη.
Η αληθινή ηγεσία δεν κτίζεται ούτε αγοράζεται με καθοδηγούμενα “ευχαριστώ”. Κερδίζεται με τη συνέπεια των πράξεων και την ταπεινότητα του ήθους, αρετές που ο θόρυβος της ματαιοδοξίας τις εξαϋλώνει.
Αντί για αναγνώριση, η εμμονή στην προβολή, αφήνει πίσω της τη σιωπηλή αποστροφή, το μειδίαμα εκείνων που δεν τον παίρνουν πια στα σοβαρά, και ψιθύρους που λένε περισσότερα απ’ όσο ακούγονται.
Σε μια εποχή που ο τόπος έχει ανάγκη από ουσιαστικές λύσεις, η σεμνότητα και η αθόρυβη προσφορά, παραμένουν τα μόνα αξιόπιστα διαπιστευτήρια.
Ολα τα υπόλοιπα, είναι απλώς θόρυβος, ένα σκηνικό που αργά ή γρήγορα υποχωρεί, συνθλιμμένο από την οίηση και τη ματαιοδοξία.
