Παράρτημα ΑμεΑ Λασίθιου: Ως πότε οι αρχές θα κάνουν τα στραβά μάτια;

Η υπόθεση της Κυψέλης, με το νεκρό βρέφος και τις τραγικές διαστάσεις παραμέλησης και βίας, δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Αποδείχθηκε η κορυφή του παγόβουλου μιας βαθιάς κοινωνικής παθογένειας που συχνά χάνεται πίσω από γραφειοκρατικά κενά και αδιάφορα βλέμματα. Δυστυχώς, όμως, όπως αποδεικνύεται από ανάλογες περιπτώσεις στη χώρα μας, η φρίκη και η κακομεταχείριση δεν περιορίζεται στα στενά όρια ενός διαμερίσματος, αλλά επεκτείνεται και σε κλειστές δομές φιλοξενίας ευάλωτων συνανθρώπων μας, εκεί όπου η κρατική εποπτεία οφείλει να είναι αδιάλλακτη και διαρκής.

Σκιές και επαναλαμβανόμενες παθογένειες στις δομές

Το ζήτημα της διαχρονικής γνώσης και της εγκληματικής ολιγωρίας των αρμόδιων αρχών αποτελεί τον κοινό παρονομαστή σε τέτοιες υποθέσεις. Οπως ακριβώς συνέβη και με την υπόθεση της Κυψέλης, όπου τα παιδιά δεν ήταν άγνωστα στις υπηρεσίες, αλλά είχαν μεταφερθεί σε νοσοκομείο με εισαγγελικές εντολές, είχαν απασχολήσει κοινωνικές υπηρεσίες, είχαν υπάρξει καταγγελίες για παραμέληση και κακοποίηση, ενώ οι αρχές τα είχαν αναζητήσει σε διαφορετικές διευθύνσεις, χωρίς τελικά να αποτραπεί η τραγωδία. Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στο Παράρτημα ΑμεΑ Λασιθίου.

Η συγκεκριμένη δομή δεν είναι άγνωστη στους επίσημους φορείς. Εχει απασχολήσει τη δημοσιότητα, έχει προκαλέσει παρεμβάσεις των αρχών και της δικαιοσύνης, ενώ ενδεικτικό του κλίματος τρομοκρατίας και φίμωσης που επικρατεί είναι το γεγονός ότι ο διαχειριστής της ιστοσελίδας είναι κατηγορούμενος μετά από μήνυση του τότε διευθυντή του παραρτήματος για σχετικό δημοσίευμα. Προ μηνών, μάλιστα, αθηναϊκό κανάλι είχε πραγματοποιήσει εκτενή ρεπορτάζ, φέρνοντας στο φως πτυχές της κατάστασης που επικρατεί. Εστω και αν αυτές ήταν μεροληπτικές.

Η οπισθοδρόμηση και οι πρακτικές εξευτελισμού

Παρά ταύτα, αντί για ουσιαστική εξυγίανση και μόνιμο έλεγχο, η κατάσταση παραμένει προβληματική.
Πρόσφατες πληροφορίες σκιαγραφούν μια νέα, απαράδεκτη οπισθοδρόμηση. Πρωτόκολλα που εφαρμοζόταν σχετικά με την αντιμετώπιση της ψείρας, με τις ανακατατάξεις που έγιναν, σταμάτησαν να εφαρμόζονται από τη νέα διεύθυνση. Ως αποτέλεσμα, ενώ το πρόβλημα είχε σχεδόν εξαλειφθεί, γέμισαν ξανά οι περιθαλπόμενοι.

Ως μέτρο αντιμετώπισης επιλέχθηκε για μια ακόμα φορά το κούρεμα με ψιλή μηχανή σε όλους σχεδόν τους περιθαλπόμενους. Και γράφουμε σχεδόν, γιατί φαίνεται ότι κάποιοι αντέδρασαν έντονα. Μάλιστα, το κούρεμα αυτό δεν πραγματοποιήθηκε καν από κάποιον επαγγελματία, ενώ υπάρχουν αναφορές και για τραυματισμούς από τη χρήση της μηχανής. Και προφανώς, πέρα από τους σωματικούς τραυματισμούς, υπάρχουν οι βαθιές και ανυπολόγιστες συνέπειες στον ψυχικό κόσμο αυτών των ανθρώπων, κάτι που κανείς δεν μπορεί να ελέγξει υπό τις συνθήκες που επικρατούν στη δομή.

Παράλληλα, ακούγεται πως απαγορεύεται πλέον η επίσκεψη συγγενών στους θαλάμους, ένα μέτρο που εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τη διαφάνεια και τη δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου των συνθηκών διαβίωσης των περιθαλπόμενων.

Η αναποτελεσματικότητα του μέτρου

Πέρα από τον εξευτελιστικό και βίαιο χαρακτήρα του, το μαζικό κούρεμα με ψιλή μηχανή είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο ότι αποτελεί μια εντελώς αναποτελεσματική μέθοδο για την αντιμετώπιση της ψείρας. Η καταπολέμηση της ψείρας δεν απαιτεί οριζοντίους ακρωτηριασμούς στην εμφάνιση των περιθαλπόμενων, αλλά σωστή εφαρμογή σύγχρονων θεραπευτικών πρωτοκόλλων, σχολαστική καθαριότητα, αλλαγή ιματισμού και συνεχή υγειονομική επίβλεψη. Η καταφυγή σε πρωτόγονες και τιμωρητικές πρακτικές μαρτυρά την πλήρη αδυναμία της διοίκησης να διαχειριστεί οργανωμένα και με επιστημονικούς όρους ένα κοινό πρόβλημα υγιεινής, επιλέγοντας τον εύκολο και απάνθρωπο δρόμο της επιβολής.

Η παραβίαση του εθνικού και διεθνούς νομικού πλαισίου

Η επιβολή αυτής της πρακτικής δεν συνιστά απλώς μια διοικητική παρατήρηση υγιεινής, αλλά προσβάλλει τον πυρήνα της ανθρώπινης υπόστασης και συνιστά ευθεία παραβίαση του εθνικού και διεθνούς νομικού πλαισίου. Σύμφωνα με το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η αφαίρεση των μαλλιών χωρίς συναίνεση παραβιάζει την ιδιωτική ζωή, τη σωματική ακεραιότητα και την προσωπική αυτονομία. Παράλληλα, το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ απαγορεύει την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, καθώς η μαζική επιβολή μιας ομοιόμορφης εικόνας μετατρέπει τους περιθαλπόμενους σε αντικείμενα και αναδεικνύει παθογένειες ιδρυματισμού.

Επιπλέον, η Διεθνής Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των ΑμεΑ (Ν. 4074/2012) ορίζει ρητά στο άρθρο 17 το δικαίωμα στον σεβασμό της σωματικής και ψυχικής ακεραιότητας, ενώ το άρθρο 15 απαγορεύει κάθε μορφή εξευτελιστικής μεταχείρισης. Σε συνδυασμό με την κατοχύρωση της ανθρώπινης αξίας στο άρθρο 2 παρ. 1 και τα μέτρα που εξασφαλίζουν την αυτονομία/αυτάρκεια και συμμετοχή των ατόμων με αναπηρία στο άρθρο 21 παρ. 6 του Συντάγματος, καθίσταται σαφές ότι οποιαδήποτε αυθαίρετη παρέμβαση στο σώμα των περιθαλπόμενων είναι παράνομη.

Ο φόβος της σιωπής και ο ρόλος των αρχών

Πρόκειται για ανθρώπους που δεν έχουν τη δυνατότητα να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους. Από την άλλη πλευρά, οι συγγενείς πολλές φορές δεν γνωρίζουν τι συμβαίνει, ενώ άλλοι δεν τολμούν να μιλήσουν από τον φόβο ότι ίσως απομακρυνθεί το δικό τους πρόσωπο από τη δομή. Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται ο κρίσιμος ρόλος του Συνήγορου του Πολίτη, ο οποίος ως Εθνικός Μηχανισμός Πρόληψης των Βασανιστηρίων και φορέας παρακολούθησης της Σύμβασης ΑμεΑ (Ν. 4488/2017) έχει τη νομική υποχρέωση να παρεμβαίνει με απροειδοποίητες εφόδους.

Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει. Από τη στιγμή που η Διοίκηση του Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Κρήτης, αρμόδιες υπηρεσίες, η Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας & Κοινωνικής Μέριμνας, αλλά και η δικαιοσύνη γνωρίζουν και έχουν επέμβει στο παρελθόν, πώς επιτρέπεται να επαναλαμβάνονται τα ίδια λάθη και να συνεχίζεται η ίδια νοσηρή πραγματικότητα πίσω από τις κλειστές πόρτες των δομών;

Προφανώς και δεν λέμε σε καμία περίπτωση να κλείσει η δομή, όμως είναι οι αρχές που πρέπει να επέμβουν αποφασιστικά. Η εισαγγελία οφείλει να δώσει ένα τέλος, επιβάλλοντας ασφυκτικό έλεγχο και συνεχείς ελέγχους από υπηρεσίες και φορείς που εκπροσωπούν ΑμεΑ, μέχρι να εκλείψει κάθε φαινόμενο κακομεταχείρισης ή παραμέλησης.

Η υποστελέχωση επιδεινώνει την κρίση

Σε όλα αυτά, πρέπει να προστεθεί και η τραγική πραγματικότητα της υποστελέχωσης. Αντί το προσωπικό της δομής να αυξάνεται για να ανταποκριθεί στις αυξημένες ανάγκες των περιθαλπόμενων και να διασφαλίσει την τήρηση των πρωτοκόλλων υγιεινής και φροντίδας, οι πληροφορίες αναφέρουν ότι μειώνεται. Αυτή η εξέλιξη, πέρα από την επιπλέον πίεση που ασκεί στους εναπομείναντες εργαζόμενους, οδηγεί αναπόφευκτα σε περαιτέρω υποβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών και σε επιδείνωση της ήδη τραγικής κατάστασης. Η έλλειψη επαρκούς και εξειδικευμένου προσωπικού καθιστά πρακτικά αδύνατη την εφαρμογή σύγχρονων μεθόδων φροντίδας, αφήνοντας χώρο για την αναβίωση ξεπερασμένων και απάνθρωπων πρακτικών.

Για πόσο ακόμα οι αρμόδιες αρχές θα κάνουν τα στραβά μάτια απέναντι στην ασυδοσία και την απαξίωση της ανθρώπινης ζωής; Η ανοχή απέναντι σε πρακτικές που εξευτελίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη ισοδυναμεί με συνενοχή. Οι πολίτες και η κοινωνία δεν μπορούν και δεν πρέπει να συνηθίσουν στη φρίκη.

Back To Top